ぶん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λεηλατώ, αιχμαλωτίζω, καταλαμβάνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αρπάζω, κλέβω, οικειοποιούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
分捕る
Παρόν (ευγενικό)
分捕ります
Άρνηση (απλή)
分捕らない
Άρνηση (ευγενική)
分捕りません
Παρελθόν (απλό)
分捕った
Παρελθόν (ευγενικό)
分捕りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分捕らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分捕りませんでした
Τε-μορφή
分捕って
Δυνητική
分捕れる
Προστακτική
分捕れ
Βουλητική
分捕ろう
Υποθετική (ば)
分捕れば