ぶん

ουσιαστικό, ρήμα, πρόθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακλάδωση, κλάδος, διακλαδισμένος, διακλαδισμένη αλυσίδα
  2. 02 διακλαδισμένος
  3. 03 πρόθημα διακλαδο-

Κλίση

Παρόν (απλό)
分枝する
Παρόν (ευγενικό)
分枝します
Άρνηση (απλή)
分枝しない
Άρνηση (ευγενική)
分枝しません
Παρελθόν (απλό)
分枝した
Παρελθόν (ευγενικό)
分枝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分枝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分枝しませんでした
Τε-μορφή
分枝して
Δυνητική
分枝できる
Προστακτική
分枝しろ
Βουλητική
分枝しよう
Υποθετική (ば)
分枝すれば