ぶんきょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηλεκτρική πόλωση
  2. 02 μαγνητική πόλωση, μαγνήτιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
分極する
Παρόν (ευγενικό)
分極します
Άρνηση (απλή)
分極しない
Άρνηση (ευγενική)
分極しません
Παρελθόν (απλό)
分極した
Παρελθόν (ευγενικό)
分極しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分極しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分極しませんでした
Τε-μορφή
分極して
Δυνητική
分極できる
Προστακτική
分極しろ
Βουλητική
分極しよう
Υποθετική (ば)
分極すれば