ぶんけん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκέντρωση (εξουσίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
分権化する
Παρόν (ευγενικό)
分権化します
Άρνηση (απλή)
分権化しない
Άρνηση (ευγενική)
分権化しません
Παρελθόν (απλό)
分権化した
Παρελθόν (ευγενικό)
分権化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分権化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分権化しませんでした
Τε-μορφή
分権化して
Δυνητική
分権化できる
Προστακτική
分権化しろ
Βουλητική
分権化しよう
Υποθετική (ば)
分権化すれば