ぶんちゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διανομή (π.χ. αντιδραστηρίου από σιφώνιο), κατανομή

Κλίση

Παρόν (απλό)
分注する
Παρόν (ευγενικό)
分注します
Άρνηση (απλή)
分注しない
Άρνηση (ευγενική)
分注しません
Παρελθόν (απλό)
分注した
Παρελθόν (ευγενικό)
分注しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分注しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分注しませんでした
Τε-μορφή
分注して
Δυνητική
分注できる
Προστακτική
分注しろ
Βουλητική
分注しよう
Υποθετική (ば)
分注すれば