ぶんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εταιρικός διαχωρισμός, απόσχιση κλάδου για τη δημιουργία ανεξάρτητης εταιρείας

Κλίση

Παρόν (απλό)
分社化する
Παρόν (ευγενικό)
分社化します
Άρνηση (απλή)
分社化しない
Άρνηση (ευγενική)
分社化しません
Παρελθόν (απλό)
分社化した
Παρελθόν (ευγενικό)
分社化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分社化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分社化しませんでした
Τε-μορφή
分社化して
Δυνητική
分社化できる
Προστακτική
分社化しろ
Βουλητική
分社化しよう
Υποθετική (ば)
分社化すれば