分ぶん裂れつ

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σχίσμα, διάσπαση, διαίρεση, διάλυση

Παραδείγματα

  • 細胞さいぼうが分裂ぶんれつします。

    Τα κύτταρα διαιρούνται.

  • その政党せいとうは意見いけんの相違そういにより分裂ぶんれつした。

    Το κόμμα διασπάστηκε λόγω διαφωνιών.

  • 長年ながねんにわたる対立たいりつの末すえ、ついにその組織そしきは深刻しんこくな分裂ぶんれつを経験けいけんすることになった。

    Μετά από χρόνια αντιπαράθεσης, η οργάνωση τελικά γνώρισε μια σοβαρή διάσπαση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
分裂する
Παρόν (ευγενικό)
分裂します
Άρνηση (απλή)
分裂しない
Άρνηση (ευγενική)
分裂しません
Παρελθόν (απλό)
分裂した
Παρελθόν (ευγενικό)
分裂しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分裂しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分裂しませんでした
Τε-μορφή
分裂して
Δυνητική
分裂できる
Προστακτική
分裂しろ
Βουλητική
分裂しよう
Υποθετική (ば)
分裂すれば