ぶん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάθεση, κατανομή

Κλίση

Παρόν (απλό)
分賦する
Παρόν (ευγενικό)
分賦します
Άρνηση (απλή)
分賦しない
Άρνηση (ευγενική)
分賦しません
Παρελθόν (απλό)
分賦した
Παρελθόν (ευγενικό)
分賦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分賦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分賦しませんでした
Τε-μορφή
分賦して
Δυνητική
分賦できる
Προστακτική
分賦しろ
Βουλητική
分賦しよう
Υποθετική (ば)
分賦すれば