分ぶん身しん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άλλο εγώ, alter ego, μέρος του εαυτού κάποιου (σε κάποιον ή κάτι άλλο), αναπαράσταση του εαυτού κάποιου
  2. 02 μετενσαρκώσεις του Βούδα

Παραδείγματα

  • あのロボットは私わたしの分身ぶんしんです。

    Αυτό το ρομπότ είναι το alter ego μου.

  • 彼かれは仕事しごとが多おおすぎて、まるで分身ぶんしんしたいと言いっていました。

    Είχε τόση πολλή δουλειά που έλεγε ότι θα ήθελε να μπορούσε να χωριστεί σε δύο.

  • 長年ながねんの研究けんきゅうで作つくり上あげたこの作品さくひんは、もはや彼かれの分身ぶんしんと言いえるでしょう。

    Αυτό το έργο, που δημιουργήθηκε μέσα από χρόνια έρευνας, μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως προέκταση του εαυτού του.