っての

επίθημα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα ο καλύτερος όλων (σε ομάδα, τμήμα, τάξη κ.λπ.), ο κορυφαίος