ってもれない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αχώριστος (ειδικά για δεσμό ή σχέση), άρρηκτος, αδιάσπαστος, αναπόσπαστος, ουσιώδης, που δεν μπορεί να διακοπεί (να κοπεί ή να χωριστεί), αδιάλυτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
切っても切れない
Παρόν (ευγενικό)
切っても切れないです
Άρνηση (απλή)
切っても切れなくない
Άρνηση (ευγενική)
切っても切れなくないです
Παρελθόν (απλό)
切っても切れなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
切っても切れなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切っても切れなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切っても切れなくなかったです
Τε-μορφή
切っても切れなくて
Υποθετική (ば)
切っても切れなければ