っててる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω και πετώ
  2. 02 εγκαταλείπω, αγνοώ, απορρίπτω, αφήνω στην τύχη τους
  3. 03 κατακόβω, φονεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
切って捨てる
Παρόν (ευγενικό)
切って捨てます
Άρνηση (απλή)
切って捨てない
Άρνηση (ευγενική)
切って捨てません
Παρελθόν (απλό)
切って捨てた
Παρελθόν (ευγενικό)
切って捨てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切って捨てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切って捨てませんでした
Τε-μορφή
切って捨てて
Δυνητική
切って捨てられる
Προστακτική
切って捨てろ
Βουλητική
切って捨てよう
Υποθετική (ば)
切って捨てれば