切ない
επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 οδυνηρός, σπαρακτικός, βασανιστικός
- 02 καταθλιπτικός, ασφυκτικός, άθλιος
Παραδείγματα
-
その歌は切ない。
Αυτό το τραγούδι είναι πολύ μελαγχολικό.
-
夕焼けを見ると、いつも切ない気持ちになる。
Όποτε βλέπω το ηλιοβασίλεμα, πάντα νιώθω μια γλυκόπικρη θλίψη.
-
幼い頃の思い出が走馬灯のように蘇り、郷愁と共に胸が切なくなる。
Οι παιδικές μου αναμνήσεις περνούν μπροστά στα μάτια μου σαν φιλμ, και μαζί με τη νοσταλγία, νιώθω μια σπαρακτική στεναχώρια στην καρδιά μου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切ない
- Παρόν (ευγενικό)
- 切ないです
- Άρνηση (απλή)
- 切なくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切なくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 切なかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切なかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切なくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切なくなかったです
- Τε-μορφή
- 切なくて
- Υποθετική (ば)
- 切なければ
- Υποθετική (たら)
- 切なかったら