切りがいい
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα βολικός (για διακοπή κάποιας εργασίας), κατάλληλος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切りがいい
- Παρόν (ευγενικό)
- 切りがいいです
- Άρνηση (απλή)
- 切りがいくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切りがいくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 切りがいかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切りがいかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切りがいくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切りがいくなかったです
- Τε-μορφή
- 切りがいくて
- Υποθετική (ば)
- 切りがいければ
- Υποθετική (たら)
- 切りがいかったら