切きり出だす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γράφεται και ως 伐り出す εξορύσσω, κόβω (π.χ. ξυλεία), υλοτομώ, αποκόπτω και μεταφέρω
  2. 02 αρχίζω να μιλάω, σπάω τον πάγο, θίγω ένα θέμα
  3. 03 γράφεται και ως 鑽り出す ανάβω φωτιά (με πυρόλιθο, τρίβοντας ξύλα κ.λπ.)
  4. 04 επιλέγω και εξάγω (από αρχείο πολυμέσων), απομονώνω ένα τμήμα, κόβω και αφαιρώ

Παραδείγματα

  • 話はなしを切きり出だします。

    Θα ανοίξω μια συζήτηση.

  • なかなか話はなしを切きり出だすタイミングがありませんでした。

    Δεν έβρισκα την κατάλληλη στιγμή να ανοίξω το θέμα.

  • 重おもい空気くうきが流ながれる中なか、誰だれもが口くちを開ひらきかねる状況じょうきょうで、彼かれがようやく本題ほんだいを切きり出だした。

    Ενώ επικρατούσε μια βαριά ατμόσφαιρα και κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει, εκείνος τελικά έθιξε το κύριο θέμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
切り出す
Παρόν (ευγενικό)
切り出します
Άρνηση (απλή)
切り出さない
Άρνηση (ευγενική)
切り出しません
Παρελθόν (απλό)
切り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
切り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切り出しませんでした
Τε-μορφή
切り出して
Δυνητική
切り出せる
Προστακτική
切り出せ
Βουλητική
切り出そう
Υποθετική (ば)
切り出せば