切り分ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τεμαχίζω, κόβω σε κομμάτια, διαχωρίζω με κοπή
- 02 διακρίνω (π.χ. πτυχές ενός προβλήματος), απομονώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切り分ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 切り分けます
- Άρνηση (απλή)
- 切り分けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切り分けません
- Παρελθόν (απλό)
- 切り分けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切り分けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切り分けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切り分けませんでした
- Τε-μορφή
- 切り分けて
- Δυνητική
- 切り分けられる
- Προστακτική
- 切り分けろ
- Βουλητική
- 切り分けよう
- Υποθετική (ば)
- 切り分ければ
- Υποθετική (たら)
- 切り分けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 切り分けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 切り分けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 切り分けなさい
- Παθητική
- 切り分けられる
- Αιτιατική
- 切り分けさせる