切り回す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαχειρίζομαι, ελέγχω, διευθύνω, χειρίζομαι
- 02 γράφεται και ως 斬り回す κόβω απρόσεκτα (για μάγειρα, χειρουργό κ.λπ.), κατακρεουργώ
- 03 αρχαϊκό κόβω γύρω-γύρω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切り回す
- Παρόν (ευγενικό)
- 切り回します
- Άρνηση (απλή)
- 切り回さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切り回しません
- Παρελθόν (απλό)
- 切り回した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切り回しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切り回さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切り回しませんでした
- Τε-μορφή
- 切り回して
- Δυνητική
- 切り回せる
- Προστακτική
- 切り回せ
- Βουλητική
- 切り回そう
- Υποθετική (ば)
- 切り回せば
- Υποθετική (たら)
- 切り回したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 切り回したい
- Απαγορευτική (~な)
- 切り回すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 切り回しなさい
- Παθητική
- 切り回される
- Αιτιατική
- 切り回させる