切り抜き
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απόκομμα (άρθρου εφημερίδας κ.ά.), κομμάτι, αποκόλλημα (για λεύκωμα)
- 02 συντομογραφία κομμένο σχέδιο (εικόνα, χρωματιστό χαρτί κ.ά.)
- 03 καθομιλουμένη απόσπασμα (από βίντεο), βίντεο κλιπ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切り抜きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 切り抜きします
- Άρνηση (απλή)
- 切り抜きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切り抜きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 切り抜きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切り抜きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切り抜きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切り抜きしませんでした
- Τε-μορφή
- 切り抜きして
- Δυνητική
- 切り抜きできる
- Προστακτική
- 切り抜きしろ
- Βουλητική
- 切り抜きしよう
- Υποθετική (ば)
- 切り抜きすれば
- Υποθετική (たら)
- 切り抜きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 切り抜きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 切り抜きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 切り抜きしなさい
- Παθητική
- 切り抜きされる
- Αιτιατική
- 切り抜きさせる