切り盛り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαχείριση (σπιτιού, καταστήματος κ.λπ.), διοίκηση, διεύθυνση
- 02 τεμαχισμός και σερβίρισμα φαγητού
- 03 εκσκαφή και επίχωση (π.χ. χωματουργικές εργασίες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切り盛りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 切り盛りします
- Άρνηση (απλή)
- 切り盛りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切り盛りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 切り盛りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切り盛りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切り盛りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切り盛りしませんでした
- Τε-μορφή
- 切り盛りして
- Δυνητική
- 切り盛りできる
- Προστακτική
- 切り盛りしろ
- Βουλητική
- 切り盛りしよう
- Υποθετική (ば)
- 切り盛りすれば
- Υποθετική (たら)
- 切り盛りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 切り盛りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 切り盛りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 切り盛りしなさい
- Παθητική
- 切り盛りされる
- Αιτιατική
- 切り盛りさせる