切り裂く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κόβω σε κομμάτια, σχίζω, διασχίζω, ξεσκίζω
Παραδείγματα
-
手紙を切り裂いた。
Έσκισα το γράμμα.
-
鋭い爪で獲物を切り裂いた。
Έσκισε το θήραμα με τα κοφτερά νύχια του.
-
その悲鳴は、夜の静寂を無慈悲に切り裂いた。
Αυτή η κραυγή έσκισε ανηλεώς την ησυχία της νύχτας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切り裂く
- Παρόν (ευγενικό)
- 切り裂きます
- Άρνηση (απλή)
- 切り裂かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切り裂きません
- Παρελθόν (απλό)
- 切り裂いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切り裂きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切り裂かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切り裂きませんでした
- Τε-μορφή
- 切り裂いて
- Δυνητική
- 切り裂ける
- Προστακτική
- 切り裂け
- Βουλητική
- 切り裂こう
- Υποθετική (ば)
- 切り裂けば
- Υποθετική (たら)
- 切り裂いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 切り裂きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 切り裂くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 切り裂きなさい
- Παθητική
- 切り裂かれる
- Αιτιατική
- 切り裂かせる