ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισχωρώ βαθιά κόβοντας
  2. 02 επιτίθεμαι, εισβάλλω (σε εχθρική θέση), ορμώ, κάνω επιδρομή
  3. 03 πιέζω έντονα κάποιον (π.χ. με ερωτήσεις), φτάνω στην ουσία (ενός ζητήματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
切り込む
Παρόν (ευγενικό)
切り込みます
Άρνηση (απλή)
切り込まない
Άρνηση (ευγενική)
切り込みません
Παρελθόν (απλό)
切り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
切り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切り込みませんでした
Τε-μορφή
切り込んで
Δυνητική
切り込める
Προστακτική
切り込め
Βουλητική
切り込もう
Υποθετική (ば)
切り込めば