切り返す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντεπιτίθεμαι με κάθετη κοπή
- 02 αντεπιτίθεμαι, ανταποδίδω το χτύπημα
- 03 ανταπαντώ, απαντώ ετοιμόλογα
- 04 στρίβω απότομα το τιμόνι προς την αντίθετη κατεύθυνση
- 05 εκτελώ ανατροπή με στριφτό χτύπημα του γονάτου προς τα πίσω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 切り返す
- Παρόν (ευγενικό)
- 切り返します
- Άρνηση (απλή)
- 切り返さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 切り返しません
- Παρελθόν (απλό)
- 切り返した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 切り返しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 切り返さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 切り返しませんでした
- Τε-μορφή
- 切り返して
- Δυνητική
- 切り返せる
- Προστακτική
- 切り返せ
- Βουλητική
- 切り返そう
- Υποθετική (ば)
- 切り返せば
- Υποθετική (たら)
- 切り返したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 切り返したい
- Απαγορευτική (~な)
- 切り返すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 切り返しなさい
- Παθητική
- 切り返される
- Αιτιατική
- 切り返させる