とお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διανοίγω διέξοδο (μέσω δρόμου, σήραγγας ή καναλιού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
切り通す
Παρόν (ευγενικό)
切り通します
Άρνηση (απλή)
切り通さない
Άρνηση (ευγενική)
切り通しません
Παρελθόν (απλό)
切り通した
Παρελθόν (ευγενικό)
切り通しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切り通さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切り通しませんでした
Τε-μορφή
切り通して
Δυνητική
切り通せる
Προστακτική
切り通せ
Βουλητική
切り通そう
Υποθετική (ば)
切り通せば