ひら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκίζω, ανοίγω κόβοντας
  2. 02 ξεχερσώνω (έκταση), ανοίγω (μονοπάτι, δρόμο κ.λπ.), διανοίγω, ανοίγω δρόμο μέσα από (π.χ. ζούγκλα)
  3. 03 χαράζω (μια νέα καριέρα, ένα μέλλον κ.λπ.), ανοίγω (ένα νέο πεδίο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
切り開く
Παρόν (ευγενικό)
切り開きます
Άρνηση (απλή)
切り開かない
Άρνηση (ευγενική)
切り開きません
Παρελθόν (απλό)
切り開いた
Παρελθόν (ευγενικό)
切り開きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切り開かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切り開きませんでした
Τε-μορφή
切り開いて
Δυνητική
切り開ける
Προστακτική
切り開け
Βουλητική
切り開こう
Υποθετική (ば)
切り開けば