ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω, αποκόπτω
  2. 02 αφαιρώ κόβοντας

Κλίση

Παρόν (απλό)
切り除ける
Παρόν (ευγενικό)
切り除けます
Άρνηση (απλή)
切り除けない
Άρνηση (ευγενική)
切り除けません
Παρελθόν (απλό)
切り除けた
Παρελθόν (ευγενικό)
切り除けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切り除けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切り除けませんでした
Τε-μορφή
切り除けて
Δυνητική
切り除けられる
Προστακτική
切り除けろ
Βουλητική
切り除けよう
Υποθετική (ば)
切り除ければ