はな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκόπτω, διαχωρίζω, αποσπώ, αποκόβω, αποζευγνύω

Παραδείγματα

  • かみ切り離きりはな

    Κόβω το χαρτί.

  • ふるいページをほんから切り離きりはなしてください。

    Παρακαλώ, αποκολλήστε την παλιά σελίδα από το βιβλίο.

  • 親会社おやがいしゃ不採算部門ふさいさんぶもん切り離きりはなことを決定けっていしました。

    Η μητρική εταιρεία αποφάσισε να διαχωρίσει τις μη κερδοφόρες μονάδες της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
切り離す
Παρόν (ευγενικό)
切り離します
Άρνηση (απλή)
切り離さない
Άρνηση (ευγενική)
切り離しません
Παρελθόν (απλό)
切り離した
Παρελθόν (ευγενικό)
切り離しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切り離さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切り離しませんでした
Τε-μορφή
切り離して
Δυνητική
切り離せる
Προστακτική
切り離せ
Βουλητική
切り離そう
Υποθετική (ば)
切り離せば