がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρίβω προς τα πάνω, στρέφομαι ανοδικά
  2. 02 ιδιωματισμός αφήνω καθαρή επίγευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
切れ上がる
Παρόν (ευγενικό)
切れ上がります
Άρνηση (απλή)
切れ上がらない
Άρνηση (ευγενική)
切れ上がりません
Παρελθόν (απλό)
切れ上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
切れ上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切れ上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切れ上がりませんでした
Τε-μορφή
切れ上がって
Δυνητική
切れ上がれる
Προστακτική
切れ上がれ
Βουλητική
切れ上がろう
Υποθετική (ば)
切れ上がれば