切せつ実じつ

επίθετο, ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειλικρινής, ένθερμος, διαπεραστικός, σφοδρός
  2. 02 επιτακτικός, επείγων, σοβαρός, οξύς
  3. 03 εύστοχος, κατάλληλος

Παραδείγματα

  • 切実せつじつな問題もんだいです。

    Είναι ένα σοβαρό πρόβλημα.

  • 彼かれは切実せつじつに願ねがっています。

    Το επιθυμεί διακαώς.

  • 彼女かのじょの訴うったえは、聞きく人ひとの心こころに切実せつじつに響ひびいた。

    Η έκκλησή της άγγιξε βαθιά την καρδιά όσων την άκουσαν.