きっめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλέγω γραμματόσημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
切手を溜める
Παρόν (ευγενικό)
切手を溜めます
Άρνηση (απλή)
切手を溜めない
Άρνηση (ευγενική)
切手を溜めません
Παρελθόν (απλό)
切手を溜めた
Παρελθόν (ευγενικό)
切手を溜めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切手を溜めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切手を溜めませんでした
Τε-μορφή
切手を溜めて
Δυνητική
切手を溜められる
Προστακτική
切手を溜めろ
Βουλητική
切手を溜めよう
Υποθετική (ば)
切手を溜めれば