せったく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επιμελής προσπάθεια (στην εργασία ή τη μελέτη), καλλιέργεια του χαρακτήρα μέσω σκληρής μελέτης
  2. 02 ιδιωματισμός αμοιβαία ενθάρρυνση (για βελτίωση), σκληρή προσπάθεια από κοινού, φιλικός ανταγωνισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
切磋琢磨する
Παρόν (ευγενικό)
切磋琢磨します
Άρνηση (απλή)
切磋琢磨しない
Άρνηση (ευγενική)
切磋琢磨しません
Παρελθόν (απλό)
切磋琢磨した
Παρελθόν (ευγενικό)
切磋琢磨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切磋琢磨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切磋琢磨しませんでした
Τε-μορφή
切磋琢磨して
Δυνητική
切磋琢磨できる
Προστακτική
切磋琢磨しろ
Βουλητική
切磋琢磨しよう
Υποθετική (ば)
切磋琢磨すれば