きっ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκίζω το εισιτήριο, τρυπώ το εισιτήριο

Κλίση

Παρόν (απλό)
切符を切る
Παρόν (ευγενικό)
切符を切ります
Άρνηση (απλή)
切符を切らない
Άρνηση (ευγενική)
切符を切りません
Παρελθόν (απλό)
切符を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
切符を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切符を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切符を切りませんでした
Τε-μορφή
切符を切って
Δυνητική
切符を切れる
Προστακτική
切符を切れ
Βουλητική
切符を切ろう
Υποθετική (ば)
切符を切れば