せっまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκομαι σε αδιέξοδο, στριμώχνομαι, περιέρχομαι σε απελπιστική κατάσταση, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, φτάνω στα όριά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
切羽詰まる
Παρόν (ευγενικό)
切羽詰まります
Άρνηση (απλή)
切羽詰まらない
Άρνηση (ευγενική)
切羽詰まりません
Παρελθόν (απλό)
切羽詰まった
Παρελθόν (ευγενικό)
切羽詰まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
切羽詰まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
切羽詰まりませんでした
Τε-μορφή
切羽詰まって
Δυνητική
切羽詰まれる
Προστακτική
切羽詰まれ
Βουλητική
切羽詰まろう
Υποθετική (ば)
切羽詰まれば