げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θερίζω τα πάντα, ολοκληρώνω το θερισμό (π.χ. αγριόχορτων)
  2. 02 κοντοκουρεύω (τα μαλλιά) στο σβέρκο, ψαλιδίζω τα μαλλιά έτσι ώστε να κονταίνουν σταδιακά προς τον αυχένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
刈り上げる
Παρόν (ευγενικό)
刈り上げます
Άρνηση (απλή)
刈り上げない
Άρνηση (ευγενική)
刈り上げません
Παρελθόν (απλό)
刈り上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
刈り上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刈り上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刈り上げませんでした
Τε-μορφή
刈り上げて
Δυνητική
刈り上げられる
Προστακτική
刈り上げろ
Βουλητική
刈り上げよう
Υποθετική (ば)
刈り上げれば