刊行
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκδοση, δημοσίευση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 刊行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 刊行します
- Άρνηση (απλή)
- 刊行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 刊行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 刊行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 刊行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 刊行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 刊行しませんでした
- Τε-μορφή
- 刊行して
- Δυνητική
- 刊行できる
- Προστακτική
- 刊行しろ
- Βουλητική
- 刊行しよう
- Υποθετική (ば)
- 刊行すれば
- Υποθετική (たら)
- 刊行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 刊行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 刊行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 刊行しなさい
- Παθητική
- 刊行される
- Αιτιατική
- 刊行させる