ねる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
刎ねる
Παρόν (ευγενικό)
刎ねます
Άρνηση (απλή)
刎ねない
Άρνηση (ευγενική)
刎ねません
Παρελθόν (απλό)
刎ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
刎ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刎ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刎ねませんでした
Τε-μορφή
刎ねて
Δυνητική
刎ねられる
Προστακτική
刎ねろ
Βουλητική
刎ねよう
Υποθετική (ば)
刎ねれば