けいばつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβολή ποινής σε έγκλημα (π.χ. πρόστιμα, φυλάκιση), ποινικοποίηση πράξης

Κλίση

Παρόν (απλό)
刑罰化する
Παρόν (ευγενικό)
刑罰化します
Άρνηση (απλή)
刑罰化しない
Άρνηση (ευγενική)
刑罰化しません
Παρελθόν (απλό)
刑罰化した
Παρελθόν (ευγενικό)
刑罰化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刑罰化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刑罰化しませんでした
Τε-μορφή
刑罰化して
Δυνητική
刑罰化できる
Προστακτική
刑罰化しろ
Βουλητική
刑罰化しよう
Υποθετική (ば)
刑罰化すれば