れっせき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρουσία (σε εκδήλωση ή συνεδρίαση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
列席する
Παρόν (ευγενικό)
列席します
Άρνηση (απλή)
列席しない
Άρνηση (ευγενική)
列席しません
Παρελθόν (απλό)
列席した
Παρελθόν (ευγενικό)
列席しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
列席しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
列席しませんでした
Τε-μορφή
列席して
Δυνητική
列席できる
Προστακτική
列席しろ
Βουλητική
列席しよう
Υποθετική (ば)
列席すれば