れっぷく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οσιοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
列福する
Παρόν (ευγενικό)
列福します
Άρνηση (απλή)
列福しない
Άρνηση (ευγενική)
列福しません
Παρελθόν (απλό)
列福した
Παρελθόν (ευγενικό)
列福しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
列福しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
列福しませんでした
Τε-μορφή
列福して
Δυνητική
列福できる
Προστακτική
列福しろ
Βουλητική
列福しよう
Υποθετική (ば)
列福すれば