うぶ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο αθώος, αγνός, αφελής, άπειρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
初い
Παρόν (ευγενικό)
初いです
Άρνηση (απλή)
初くない
Άρνηση (ευγενική)
初くないです
Παρελθόν (απλό)
初かった
Παρελθόν (ευγενικό)
初かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
初くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
初くなかったです
Τε-μορφή
初くて
Υποθετική (ば)
初ければ