はつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρώτη διαδρομή (σε καινούργιο όχημα, κατά το νέο έτος, κ.λπ.)
  2. 02 ζώνη αρχικού ναύλου (τρένου, ταξί, κ.λπ.)
  3. 03 αρχικός ναύλος, ελάχιστο κόμιστρο, τιμή εκκίνησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
初乗りする
Παρόν (ευγενικό)
初乗りします
Άρνηση (απλή)
初乗りしない
Άρνηση (ευγενική)
初乗りしません
Παρελθόν (απλό)
初乗りした
Παρελθόν (ευγενικό)
初乗りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
初乗りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
初乗りしませんでした
Τε-μορφή
初乗りして
Δυνητική
初乗りできる
Προστακτική
初乗りしろ
Βουλητική
初乗りしよう
Υποθετική (ば)
初乗りすれば