しょせってい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προεπιλεγμένες ρυθμίσεις, αρχικές ρυθμίσεις, αρχική διαμόρφωση
  2. 02 αρχικοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
初期設定する
Παρόν (ευγενικό)
初期設定します
Άρνηση (απλή)
初期設定しない
Άρνηση (ευγενική)
初期設定しません
Παρελθόν (απλό)
初期設定した
Παρελθόν (ευγενικό)
初期設定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
初期設定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
初期設定しませんでした
Τε-μορφή
初期設定して
Δυνητική
初期設定できる
Προστακτική
初期設定しろ
Βουλητική
初期設定しよう
Υποθετική (ば)
初期設定すれば