はんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δικάζω, αποφασίζω
  2. 02 λύνω, αποκρυπτογραφώ, επιλύω, ερμηνεύω
  3. 03 μαντεύω, υποθέτω, διακρίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
判じる
Παρόν (ευγενικό)
判じます
Άρνηση (απλή)
判じない
Άρνηση (ευγενική)
判じません
Παρελθόν (απλό)
判じた
Παρελθόν (ευγενικό)
判じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
判じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
判じませんでした
Τε-μορφή
判じて
Δυνητική
判じられる
Προστακτική
判じろ
Βουλητική
判じよう
Υποθετική (ば)
判じれば