はんどく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκρυπτογράφηση, ερμηνεία, κατανόηση, αναγνώριση

Κλίση

Παρόν (απλό)
判読する
Παρόν (ευγενικό)
判読します
Άρνηση (απλή)
判読しない
Άρνηση (ευγενική)
判読しません
Παρελθόν (απλό)
判読した
Παρελθόν (ευγενικό)
判読しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
判読しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
判読しませんでした
Τε-μορφή
判読して
Δυνητική
判読できる
Προστακτική
判読しろ
Βουλητική
判読しよう
Υποθετική (ば)
判読すれば