わかれさせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαλύω μια σχέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
別れさせる
Παρόν (ευγενικό)
別れさせます
Άρνηση (απλή)
別れさせない
Άρνηση (ευγενική)
別れさせません
Παρελθόν (απλό)
別れさせた
Παρελθόν (ευγενικό)
別れさせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
別れさせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
別れさせませんでした
Τε-μορφή
別れさせて
Δυνητική
別れさせられる
Προστακτική
別れさせろ
Βουλητική
別れさせよう
Υποθετική (ば)
別れさせれば