別れる
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 χωρίζω (συνήθως για ανθρώπους), αποχωρίζομαι, είμαι χώρια από
- 02 χωρίζω (για ζευγάρι), παίρνω διαζύγιο
- 03 χάνω (π.χ. τη μητέρα μου), πενθώ
Παραδείγματα
-
友達と別れます。
Χωρίζω με τον φίλο μου.
-
私たちは駅で別れました。
Χωρίσαμε στον σταθμό.
-
長い時間を共にした仲間と別れるのは、とても寂しいことです。
Είναι πολύ λυπηρό να αποχωρίζεσαι φίλους με τους οποίους έχεις περάσει πολύ καιρό μαζί.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 別れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 別れます
- Άρνηση (απλή)
- 別れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 別れません
- Παρελθόν (απλό)
- 別れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 別れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 別れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 別れませんでした
- Τε-μορφή
- 別れて
- Δυνητική
- 別れられる
- Προστακτική
- 別れろ
- Βουλητική
- 別れよう
- Υποθετική (ば)
- 別れれば
- Υποθετική (たら)
- 別れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 別れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 別れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 別れなさい
- Παθητική
- 別れられる
- Αιτιατική
- 別れさせる