べっきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάσταση, χωριστή διαμονή, εν διαστάσει διαβίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
別居する
Παρόν (ευγενικό)
別居します
Άρνηση (απλή)
別居しない
Άρνηση (ευγενική)
別居しません
Παρελθόν (απλό)
別居した
Παρελθόν (ευγενικό)
別居しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
別居しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
別居しませんでした
Τε-μορφή
別居して
Δυνητική
別居できる
Προστακτική
別居しろ
Βουλητική
別居しよう
Υποθετική (ば)
別居すれば