利かす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναδεικνύω (το αποτέλεσμα κάποιου πράγματος), αξιοποιώ, χρησιμοποιώ (π.χ. απειλές), εκμεταλλεύομαι (π.χ. την επιρροή κάποιου), καρυκεύω (με αλάτι κ.λπ.), προσθέτω
- 02 χρησιμοποιώ (τακτ, εξυπνάδα κ.λπ.), ασκώ, επιδεικνύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 利かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 利かします
- Άρνηση (απλή)
- 利かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 利かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 利かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 利かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 利かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 利かしませんでした
- Τε-μορφή
- 利かして
- Δυνητική
- 利かせる
- Προστακτική
- 利かせ
- Βουλητική
- 利かそう
- Υποθετική (ば)
- 利かせば
- Υποθετική (たら)
- 利かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 利かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 利かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 利かしなさい
- Παθητική
- 利かされる
- Αιτιατική
- 利かさせる