利する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κερδίζω, ωφελούμαι, αποκομίζω όφελος
- 02 ωφελώ, ευεργετώ, παρέχω όφελος
- 03 αξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι, χρησιμοποιώ προς όφελός μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 利する
- Παρόν (ευγενικό)
- 利します
- Άρνηση (απλή)
- 利しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 利しません
- Παρελθόν (απλό)
- 利した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 利しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 利しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 利しませんでした
- Τε-μορφή
- 利して
- Δυνητική
- 利できる
- Προστακτική
- 利しろ
- Βουλητική
- 利しよう
- Υποθετική (ば)
- 利すれば
- Υποθετική (たら)
- 利したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 利したい
- Απαγορευτική (~な)
- 利するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 利しなさい
- Παθητική
- 利される
- Αιτιατική
- 利させる