利に走る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιδιώκω με ζήλο το προσωπικό μου συμφέρον, σκέφτομαι μόνο το κέρδος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 利に走る
- Παρόν (ευγενικό)
- 利に走ります
- Άρνηση (απλή)
- 利に走らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 利に走りません
- Παρελθόν (απλό)
- 利に走った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 利に走りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 利に走らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 利に走りませんでした
- Τε-μορφή
- 利に走って
- Δυνητική
- 利に走れる
- Προστακτική
- 利に走れ
- Βουλητική
- 利に走ろう
- Υποθετική (ば)
- 利に走れば
- Υποθετική (たら)
- 利に走ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 利に走りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 利に走るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 利に走りなさい
- Παθητική
- 利に走られる
- Αιτιατική
- 利に走らせる