利益
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κέρδος, όφελος
- 02 όφελος, πλεονέκτημα, καλό, συμφέροντα (π.χ. της κοινωνίας)
- 03 χάρη (του Θεού, του Βούδα κ.λπ., ειδικά όπως αποκτάται μέσω δίκαιων πράξεων, προσευχής, προσήλωσης στην πίστη κάποιου), ευλογία, θαύμα
Παραδείγματα
-
会社は利益を出します。
Η εταιρεία βγάζει κέρδος.
-
この計画は、みんなに大きな利益をもたらすでしょう。
Αυτό το σχέδιο θα φέρει μεγάλα οφέλη σε όλους.
-
短期的な利益だけでなく、将来の持続可能な発展を考える必要があります。
Είναι απαραίτητο να σκεφτούμε όχι μόνο τα βραχυπρόθεσμα κέρδη, αλλά και τη βιώσιμη ανάπτυξη στο μέλλον.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 利益する
- Παρόν (ευγενικό)
- 利益します
- Άρνηση (απλή)
- 利益しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 利益しません
- Παρελθόν (απλό)
- 利益した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 利益しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 利益しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 利益しませんでした
- Τε-μορφή
- 利益して
- Δυνητική
- 利益できる
- Προστακτική
- 利益しろ
- Βουλητική
- 利益しよう
- Υποθετική (ば)
- 利益すれば
- Υποθετική (たら)
- 利益したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 利益したい
- Απαγορευτική (~な)
- 利益するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 利益しなさい
- Παθητική
- 利益される
- Αιτιατική
- 利益させる